ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
Χο. ξυνήκ’ έρημον ζνλλαβων δρυμοισί νιν
σφάξαι μενοινας, η πετρών ώσαι κάτω.
Οδ. ονδεν τοιοΰτον δόλιος η 'πιθνμία.
Χο. πώς δαί; σοφόν τοί σ’ όντ' άκονομεν πάλαι. 45°
Οδ. κώμου μεν αυτόν τονδ’ άπαλλά£αι, λέγων
ώς ου Κύκλωφι πώμα χρη δούναι τοδε,
μόνον δ’ εγρντα βίοτον ηδεως άγειν.
όταν δ’ υπνώσση Βακχιου νικώμενος,
άκρεμών ελαίας εστιν εν δόμοισί τις, 455
όν φασγάνω (^γώ) τωδ’ άποζυνας άκρον,
ες πυρ καθήσω' καθ\ όταν κεκαυμενον
ΐδω νιν, άρας θερμόν ες μεσην βαλώ
Κυκλωπος όφιν, όμμα τ εκτηξω πυρί.
ναυπηγίαν δ’ ώσεί τις άρμόζων άνηρ 4^ο
διπλοϊν χαλινοϊν τρύπανον κωπηλατεί,
ουτω κυκλώσω δαλόν εν φαεσφορω
Κυκλωπος όψει και συναυανώ κόρας.
Χο. Ιου ίου,
γεγηθα, μαινόμεσθα τοΐς ευρημασιν. 465
Οδ. κάπειτα καί σβ καί φίλους γεροντά τε
νεώς μελαίνης κοΐλον εμβησας σκάφος
διπλαΐσι κώπαις τησδ’ άποστελώ χθονός.
Χο. εστ ουν όπως άν ώσπερεί σπονδής θεου
κάγώ λαβοίμην του τυφλουντος ομματα 47°
δαλου; φόνου γάρ τοϋδε κοινωνεΐν θέλω.
Οδ. δ^ι γουν μεγας γάρ δαλός· ου ξυλληπτεον.
Χο. ώ? καν αμαξών εκατόν άραίμην βάρος,
εί του Κυκλωττο^ του κακώς όλου μενού
447 ΰρνμοΐσΊ ΤγηνϊπΙΙ: : ρυθμοΐσι I* Ρ 44^ κάτω] κάτα ΝΕίιοΙς
454 νπνώσ'σ'Τ] Ηεηηαηη : υπνώση Ρ Ρ : ύπνώσθτ) (άβ^υίΐ υττνώθγ)
456 ’γώ αάάΐθϊ εξαποξύνας I 61: Ρ, νϋΓΒυιη ηοη ΕΐίΙ)! ΐηνβηΐιιηι
45^7 459 βαλω . . . υμμα τ Ρΐ6Γ5οη : βαΧ&ν . . · ομματ Ρ Ρ
462 κυκλώσω] κυκλώσω Μιΐ5£Γ&ν6 4^8 άττοστελώ Ιρ Ρ2 Ρ2^
αποστέλλω Ρ Ρ 4^9 ώσπβρίΐ ΚεΐδΙίβ : ώσπερ βκ Ρ Ρ 472 ού
ΡοίδΙ^ο : δί/ Ρ Ρ 473 άραίμην ΜαηΗίαο : άροίμην Ρ Ρ